ΠΟΙΗΜΑΤΑ|Καβάφης| Ελύτης|Δημουλά
 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ




ΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό. >

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι' αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασ' επάρκεια κάποτε.

Σύ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για νά' χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πεί πώς όπου νά' ναι έρχεσαι.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
ζωή πέρασες κάποτε.

ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ

Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι πού 'χει δυό λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυό λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιάς φωτιάς γιός είναι,
σε ποιό θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματα του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθές,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φώς
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αω είσαι ή κρήνη,
θά' ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
 

Η ΓΛYKΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου.

Ύψιστε, τί εννοείς
άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θέ μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκύτατη αβεβαιότης, εσύ
γιατί τον θές ντέ και καλά δουλέμπορο;

Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του απάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιός κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η αβεβαιότης
με τη γλυκεία της ρόδινη αφύπνιση.

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;
  Κική Δημουλά


Η ΤΑΧΕΙΑ ΑΝΑΡΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.
Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.
Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν
θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.
Στους κήπους διάχυτα αγάλματα
κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.
Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους
να ψαρεύουν όσο θέλουν συντριβάνια.
Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής
θα παίρνει από πίσω τις αλέες
άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας
μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν
εκείνες καθώς προχωρούν. Ώσπου
να τις χάσει ξαφνικά - θα του κρυφτούν
σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.
Θ΄αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη
την κάθε ώρα μου θα ΄ρχόταν ο δικός της
σωφέρ να την παίρνει - θ΄αγόραζα
όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη
με καινούργιους επιβάτες
και πολυτελέστατους καπνούς - θα δρομολογούσα
το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,
νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι
άμαθη στα χάδια των συνόρων
στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων
που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους
την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.
Wagon lit - τότε που πρωτοβλέποντας
τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι
ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται
από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.
Θ΄άρπαζα θα έδιωχνα θ΄ανέβαζα
θα ποδοπατούσα θα φοβέριζα θα σκόρπιζα θα νόμιζα
θα γκρέμιζα και σε τρείς μέρες θα ξανάκτιζα
θα με τρέμαν οι στερήσεις.
Γιά να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή
ν΄αγοράσω πιά την ανάστασή σου.
Σωστά το άκουσες, μή μελαγχολείς.
την ανάστασή σου.
Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι
παραμυθένιας τύχης;
Χωρίς παζάρια θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα
και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.
Θα ξάπλωνες έκει, στη συνέχειά σου.
Θα ΄γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί
καλά πάνω στο σώμα σου
πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου
θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θ΄άλλαζε η ζωή μου
αν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.


ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ασυγχώρητη η απροσεξία 
να μου στείλεις επί χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τη φωτογραφία σου 
με αναμμένο το τσιγάρο της.
 
Αν έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποια πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θα έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιαν εξαντλημένη θεραπεία
 
σε ποια αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού 
δεν έχω κάνει.

Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν, 
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
 
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός :
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
 
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
 
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
 Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

Μίλα. 
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
 με την αοριστία.
Πες :
"άδικα",
"δέντρο",
"γυμνό".
Πες :
"θα δούμε",
"αστάθμητο",
"βάρος".
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
 
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς 
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες "κύμα", που δεν στέκεται.